Νομικές Παρερμηνείες, Συνήθη Λάθη και Αποδεικτικά Κενά σε Διαφορές Συζυγικής Περιουσίας
Οι περιουσιακές αξιώσεις μεταξύ συζύγων στην Κύπρο αποτελούν έναν ιδιαίτερα τεχνικό τομέα του οικογενειακού δικαίου, ειδικά όταν διακυβεύεται μεγάλη περιουσία. Η σχετική νομοθεσία περί ρύθμισης περιουσιακών σχέσεων συζύγων, σε συνδυασμό με την πάγια νομολογία των Οικογενειακών Δικαστηρίων, διαμορφώνει ένα αυστηρό πλαίσιο αξιολόγησης.
Στην πράξη, πολλές αξιώσεις αποτυγχάνουν όχι επειδή δεν υφίσταται δικαίωμα, αλλά επειδή:
διατυπώνονται εσφαλμένα,
δεν τεκμηριώνονται επαρκώς, ή
δεν αξιοποιούνται σωστά τα διαθέσιμα δικονομικά εργαλεία.
Ακολουθούν τα συχνότερα σφάλματα, με ενδεικτικά παραδείγματα από τη δικαστηριακή πρακτική.
Λανθασμένη νομική βάση της αξίωσης
Συχνό λάθος είναι η αντιμετώπιση της διαφοράς ως ζήτημα «συνιδιοκτησίας» επί συγκεκριμένου ακινήτου.
Στην Κύπρο δεν υφίσταται αυτόματο καθεστώς κοινοκτημοσύνης. Η αξίωση αφορά συμμετοχή στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου.
Παράδειγμα:
Σύζυγος διεκδικεί το 50% κατοικίας που αποκτήθηκε στο όνομα του άλλου συζύγου, χωρίς να τεκμηριώνει:
ποια ήταν η αξία της περιουσίας κατά την τέλεση του γάμου,
ποια η αξία κατά τη διάσταση,
και ποια η προσωπική της συνεισφορά στην αύξηση.
Το Δικαστήριο δεν εξετάζει «ποιος ζούσε στο σπίτι», αλλά αν και σε ποιο βαθμό υπήρξε συμβολή στη δημιουργία υπεραξίας.
Εσφαλμένη αντίληψη του τεκμηρίου του 1/3
Το τεκμήριο συμμετοχής στο 1/3 της αύξησης δεν λειτουργεί αυτομάτως. Είναι ανατρέψιμο και προϋποθέτει απόδειξη ότι:
Υπήρξε αύξηση περιουσίας στη διάρκεια του γάμου και σε ορισμένες περιπτώσεις από τον αρραβώνα με την προοπτική του γάμου μέχρι τη διάσταση.
Η αύξηση αυτή συνδέεται με συνεισφορά του αιτητή.
Παράδειγμα:
Σύζυγος επικαλείται το τεκμήριο του 1/3, χωρίς να αποδεικνύει την πραγματική αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου. Καταθέτει μόνο γενικές αναφορές σε «επιτυχημένη επαγγελματική πορεία».
Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα Δικαστήρια απορρίπτουν την αξίωση εφόσον δεν αποδεικνύεται συγκεκριμένη καθαρή αύξηση περιουσιακών στοιχείων.
Αντίστροφα, υπάρχουν περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται ουσιαστική συμβολή (π.χ. σημαντική οικονομική επένδυση ή εργασία σε οικογενειακή επιχείρηση) και το ποσοστό υπερβαίνει το 1/3.
Μη επαρκής απόδειξη της αύξησης της περιουσίας
Η αύξηση πρέπει να αποδεικνύεται με συγκριτική ανάλυση της καθαρής περιουσίας:
κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου ή του αρραβώνα σε ορισμένες περιπτώσεις,
και κατά τον χρόνο διακοπής της συμβίωσης.
Παράδειγμα:
Επιχειρηματίας παρουσιάζει σημαντική ανάπτυξη εταιρείας κατά τη διάρκεια του γάμου. Ο αιτητής όμως δεν προσκομίζει:
ισολογισμούς,
εκθέσεις εκτίμησης,
τραπεζικά δεδομένα.
Χωρίς αποτίμηση της καθαρής αξίας πριν και μετά, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπολογίσει την αύξηση και η αξίωση καθίσταται αόριστη.
Μη σύνδεση της συνεισφοράς με την αύξηση
Η συνεισφορά δεν περιορίζεται σε χρηματική εισφορά. Μπορεί να περιλαμβάνει:
εργασία χωρίς αμοιβή σε οικογενειακή επιχείρηση,
ανάληψη πλήρους φροντίδας τέκνων,
διαχείριση οικίας που επέτρεψε στον άλλο σύζυγο να αφοσιωθεί σε επιχειρηματική δραστηριότητα.
Ωστόσο, πρέπει να αποδεικνύεται αιτιώδης σύνδεση.
Παράδειγμα:
Σύζυγος ισχυρίζεται ότι «στήριξε ψυχολογικά» τον επιχειρηματία σύζυγο. Αν δεν αποδειχθεί ότι αυτή η στήριξη μεταφράστηκε σε συγκεκριμένη συμβολή (π.χ. εργασία, διαχείριση, οικονομική ενίσχυση), το Δικαστήριο δεν μπορεί να τη συσχετίσει με αύξηση περιουσίας.
Λανθασμένος καθορισμός της κρίσιμης ημερομηνίας
Η ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης είναι καθοριστική.
Παράδειγμα:
Μεταξύ φυσικής αποχώρησης από την οικογενειακή οικία και οριστικής οικονομικής διάστασης μεσολαβούν 8 μήνες. Στο διάστημα αυτό η επιχείρηση αυξάνει σημαντικά την αξία της.
Η μη ακριβής τεκμηρίωση της ημερομηνίας διάστασης μπορεί να μεταβάλει δραστικά το ύψος της αξίωσης.
Τα Δικαστήρια εξετάζουν πραγματικά δεδομένα και όχι απλές δηλώσεις.
Παράλειψη αίτησης για προσωρινό διάταγμα (interim injunction)
Σε περιπτώσεις κινδύνου μεταβίβασης ή διάθεσης περιουσιακών στοιχείων, δύναται να ζητηθεί προσωρινό διάταγμα.
Παράδειγμα:
Υπάρχουν ενδείξεις ότι σύζυγος προχωρεί σε μεταβίβαση ακινήτου σε συγγενικό πρόσωπο. Αν δεν υποβληθεί έγκαιρα αίτηση για προσωρινό διάταγμα, η περιουσία ενδέχεται να εξέλθει από τον έλεγχο του Δικαστηρίου.
Βέβαια, η νομολογιακή πρακτική απαιτεί:
ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης,
και τεκμηριωμένη πιθανότητα επιτυχίας της κύριας αγωγής.
Για τον λόγο αυτό, η καθυστέρηση συχνά αποδυναμώνει το αίτημα.
Ελλιπής ή επιλεκτική οικονομική αποκάλυψη
Η πλήρης οικονομική αποκάλυψη αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση.
Παράδειγμα:
Διάδικος αποκρύπτει εταιρική συμμετοχή ή επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αποκαλύπτονται στοιχεία μέσω τραπεζικών εγγράφων.
Τα Δικαστήρια μπορούν:
να συναγάγουν δυσμενή συμπεράσματα,
να αξιολογήσουν αρνητικά την αξιοπιστία,
και να βασιστούν σε έμμεσες αποδείξεις.
Σε υποθέσεις υψηλής περιουσιακής αξίας, η απόκρυψη στοιχείων συχνά επηρεάζει καθοριστικά την τελική κρίση.
Συμπέρασμα
Οι περιουσιακές αξιώσεις στο κυπριακό οικογενειακό δίκαιο απαιτούν:
ακριβή νομική θεμελίωση,
ποσοτικοποίηση της αύξησης,
αποδεικτική πληρότητα,
και έγκαιρη δικονομική στρατηγική.
Σε υποθέσεις υψηλής περιουσιακής αξίας στην Κύπρο, επιχειρηματικών συμμετοχών ή σύνθετων επενδυτικών δομών, η νομική στρατηγική πρέπει να διαμορφώνεται με ακρίβεια από το αρχικό στάδιο. Η εμπειρία της νομολογίας καταδεικνύει ότι οι λεπτομέρειες καθορίζουν το αποτέλεσμα. Συνεπώς, η σοβαρότητα της προετοιμασίας αντανακλάται άμεσα στην τελική δικαστική απόφαση.
Κορυφαία Αξιολόγηση στο Google
Μιλήστε μαζί μας
Είτε αντιμετωπίζετε ένα προσωπικό νομικό ζήτημα είτε λαμβάνετε μια σημαντική επιχειρηματική απόφαση, η ομάδα μας είναι εδώ για να παρέχει σαφείς και αξιόπιστες νομικές συμβουλές.
